δενδαλίς

δενδαλίς, ίδος, , a kind of
A barley-cake, Nicopho 15, Eratosth.10; cf. δανδαλίς.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δενδαλίς — και δανδαλίς, η (Α) είδος γλυκίσματος. [ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται για λ. αβέβαιης ετυμολ., που χρησιμοποιούνταν περισσότερο στον πληθ. αριθμό. Η λ. συσχετίστηκε με τον τ. σεμίδᾱλις, αλλά το α τής λ. δενδαλίς, είναι βραχύ. Ίσως πρόκειται για λ. με… …   Dictionary of Greek

  • δενδαλίς — barley cake fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δενδαλίδας — δενδαλίς barley cake fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δενδαλίδες — δενδαλίς barley cake fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • del-3 (dol-), delǝ- —     del 3 (dol ), delǝ     English meaning: to split, divide     Deutsche Übersetzung: ‘spalten, schnitzen, kunstvoll behauen”     Material: O.Ind. dü̆ la yati ‘splits, makes break, crack”, dálati “cracks” (meaning influenced by phálati “ broken …   Proto-Indo-European etymological dictionary

  • δανδαλίς — δανδαλίς, η (Α) βλ. δενδαλίς …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.